Προσφατες αναρτησεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Εσωτερικός δανεισμός

Είναι σύνηθες κάθε που ζορίζουν τα πράγματα για την αστική τάξη, η κυβέρνησή της να απευθύνεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Σ' αυτόν απευθύνεται και η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι βάζει χέρι στα διαθέσιμα μιας σειράς οργανισμών του Δημοσίου, από τους δήμους έως τα νοσοκομεία. Ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με την τρόικα - θεσμούς για το νέο μνημόνιο, με την αρπαγή των διαθέσιμων δίνεται «ένα επιπλέον όπλο στη δύσκολη διαπραγμάτευση, απέναντι στα προβλήματα ρευστότητας». Ομολογεί πως αυτό είναι «πράξη εσωτερικού δανεισμού», την οποία υπερασπίζει κάνοντας λόγο για πατριωτικό καθήκον. Ζητά επί της ουσίας από το λαό να αναγνωρίσει ότι επειδή, καταπώς λέει, «η διαπραγμάτευση γίνεται με διαφορετικό στιλ», να στηρίξει τη συγκυβέρνηση που κάνει τα πάντα προκειμένου να υπάρξει συμβιβασμός, για να αποφύγει η χώρα το «ατύχημα», την «πτώχευση», το «Grexit», να μην «πέσει στην παγίδα που της έχουν στήσει οι δανειστές», αναπαράγοντας έτσι τα γνωστά τρομοκρατικά διλήμματα που καλλιεργούσαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
Όμως, ο εσωτερικός δανεισμός στον οποίο καταφεύγει η κυβέρνηση είναι από την αρχή μέχρι το τέλος ταξικός. Αποτελεί μια άλλη μορφή λιτότητας. Αρπάζει από το λαό και όχι μόνο αφήνει στο απυρόβλητο το κεφάλαιο αλλά επιδιώκει να εξασφαλίσει χρήμα αρπαγμένο από το λαό για να έχει διαθέσιμα το κεφάλαιο. Τα χρήματα που αρπάζει είναι αναγκαίοι και κρίσιμοι πόροι που τους έχει πληρώσει ο λαός από το υστέρημά του μέσω της φοροεπιδρομής και αντί να κατευθυνθούν στην κάλυψη των άμεσων αναγκών του, καταλήγουν στους δανειστές. Στους δήμους, για παράδειγμα, είναι χρήματα που προορίζονται για τη θέρμανση και τη σίτιση στους παιδικούς σταθμούς, τις σχολικές επιτροπές, τις κοινωνικές δομές, τα έργα και τις υπηρεσίες που εξυπηρετούν οξυμένες λαϊκές ανάγκες. Ας αφήσουν, λοιπόν, στην άκρη τα περί πατριωτισμού. Η αρπαγή των διαθέσιμων γίνεται στη βάση της συμφωνίας που υπέγραψε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ για την πληρωμή του χρέους «στο διηνεκές, εγκαίρως και προς όλους». Γι' αυτό το χρέος που δεν το δημιούργησε ο λαός έφερε και την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου. Πρόκειται για πράξη που γίνεται για να εξυπηρετηθεί το κεφάλαιο και δεν είναι η πρώτη φορά. Με την προηγούμενη ΠΝΠ ευνόησε προκλητικά ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους, οι οποίοι, εκτός από τις απαλλαγές των προσαυξήσεων για το χρόνο της καθυστέρησης στην απόδοση των φόρων (εισοδήματος, ΦΠΑ, τέλη κ.ά.), απαλλάχτηκαν μέχρι και στο 100% για τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν μετά από φορολογικούς ελέγχους, όπως για λαθρεμπόριο, έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων, απόκρυψη φορολογητέας ύλης, μη απόδοση ΦΠΑ, Ειδικών Φόρων κ.ά.
Η πρώτη ΠΝΠ χαρίζει εκατομμύρια στο κεφάλαιο, η δεύτερη βάζει πιο βαθιά «χέρι» στα ταμειακά διαθέσιμα των δημόσιων οργανισμών, για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών και άλλες λειτουργικές ανάγκες του κράτους, χωρίς να θίξει στο ελάχιστο τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Για το λαό δίκαιο και πατριωτικό είναι να μη συναινέσει στη μεταφορά των διαθέσιμων στο παιχνίδι του εσωτερικού δανεισμού, στην κάλυψη των πιστωτών, να μη συμβιβαστεί, δηλαδή, στο να ξαναπληρώσει ο ίδιος για λογαριασμό του κεφαλαίου.

Στο στόχαστρο οι κλαδικοί μισθοί

Το σχέδιο νόμου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τον κατώτερο μισθό που ετοιμάζει η κυβέρνηση, σύμφωνα με όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, πρέπει να σημάνει συναγερμό στους εργαζόμενους.
Καταρχήν, η κυβέρνηση, αντί να νομοθετήσει άμεσα την επαναφορά του κατώτερου μισθού στα 751 ευρώ μεικτά, όπως έταζε προεκλογικά για να κλέψει ψήφους, παρέπεμψε το όλο θέμα στον «κοινωνικό διάλογο», όπου οι εργοδότες παζαρεύουν ισχυρά ανταλλάγματα.
Δεύτερον, με τη μεθόδευση αυτή, η κυβέρνηση έσπρωξε χρονικά προς τα πίσω την όποια νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία επιπλέον, όπως όλα δείχνουν, εξαρτάται άμεσα από τη «μεγάλη διαπραγμάτευση με τους εταίρους», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το χρόνο και για το περιεχόμενο του νόμου που θα φτάσει (αν φτάσει) τελικά στη Βουλή. Προσφέροντας, ταυτόχρονα, χρόνο στην εργοδοσία να διαμορφώσει στην πράξη ένα ακόμα χειρότερο πλαίσιο.
Η σοβαρότερη διάσταση, όμως, αποκαλύπτεται όταν ο προβολέας φύγει από εκείνα που λέει ότι θα κάνει η κυβέρνηση για τον κατώτερο μισθό και πέσει σ' εκείνα που δεν λέει ότι θα κάνει για τις κλαδικές Συμβάσεις.
Από το σχέδιο νόμου που διέρρευσε από την κυβέρνηση με τη μορφή «άτυπης ενημέρωσης», γίνεται φανερό ότι αυτό δεν επαναφέρει ούτε ένα μέρος από τις τεράστιες απώλειες στους κλαδικούς μισθούς που είχαν οι εργαζόμενοι την πενταετία της κρίσης, όσο κι αν η κυβέρνηση προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις με την επαναλειτουργία του ΟΜΕΔ.
Ακόμα χειρότερα, οι διατάξεις που αφορούν τις κλαδικές Συμβάσεις δεν κατοχυρώνουν ούτε τις ωριμάνσεις, ούτε τις πολυετίες που είχαν διανυθεί μέχρι το 2012 για τον κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά. Δηλαδή, οι διαπραγματεύσεις για να καθοριστούν οι νέοι κλαδικοί μισθοί ξεκινούν κυριολεκτικά από «μηδενική βάση».
Πιο συγκεκριμένα, το σχέδιο νόμου ορίζει ότι: «Συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις που έληξαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012 δεν αναβιώνουν». Με άλλα λόγια, ο εργάσιμος χρόνος, που είχε διανύσει κάθε εργαζόμενος πριν από το 2012, δεν θα «μετράει» στο νέο κλαδικό μισθό του και η όποια σχετική ρύθμιση επαφίεται στις διαθέσεις του εργοδότη και στο αποτέλεσμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης.
Υπάρχουν, όμως, κι άλλα σκοτεινά - τουλάχιστον - σημεία στο σχέδιο νόμου. Για παράδειγμα, απαλείφεται ολόκληρο το άρθρο 7 του νόμου 1876/1990, το οποίο όριζε ρητά πως οι ατομικές Συμβάσεις ήταν επικρατέστερες μόνο στις περιπτώσεις που είχαν καλύτερους όρους για τους εργαζόμενους. Αν ισχύσει κάτι τέτοιο, τότε οι κλαδικές Συμβάσεις θα ακυρώνονται στην πράξη ό,τι και να περιλαμβάνουν με την καθιέρωση ατομικών Συμβάσεων από τους εργοδότες.
Εξίσου ανησυχητική είναι η απάλειψη, από το άρθρο 10 του ίδιου νόμου, της διάταξης που ρητά όριζε ότι σε περίπτωση «συρροής» (σ.σ. ένας εργαζόμενος καλύπτεται από δύο ή περισσότερες Συμβάσεις) ισχύει η ευνοϊκότερη. Το ίδιο και για το σχετικό άρθρο που δίνει ώθηση στη δημιουργία Επαγγελματικών Ταμείων, δηλαδή στην ιδιωτική ασφάλιση.
Αυτό που τελικά επιβεβαιώνεται είναι ότι με την παρέμβαση που σχεδιάζει σε κατώτερο μισθό και εργασιακά η κυβέρνηση όχι μόνο δίνει λίγα ψίχουλα στον κατώτερο μισθό (και αυτά με δόσεις) αλλά την ίδια στιγμή εξασφαλίζει στο κεφάλαιο ότι οι κλαδικοί μισθοί θα κρατηθούν σε όσο γίνεται πιο χαμηλά επίπεδα, συγκλίνοντας σταδιακά στο όριο του κατώτερου. Εκεί βρίσκεται, άλλωστε, και το «ψαχνό» για τους καπιταλιστές: Στους κλαδικούς μισθούς, που αφορούν 8 στους 10 εργαζόμενους και που κινδυνεύουν από μεγάλη «σφαγή»...
+